Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

landing ship medium


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο landing παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: ship | medium
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: landing, land

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
landing n(aircraft: descent)προσγείωση ουσ θηλ
 (όχι μόνο στη γη)προσεδάφιση ουσ θηλ
 The airplane circled the airport once before coming in for a landing.
 Το αεροπλάνο έκανε έναν κύκλο πάνω από το αεροδρόμιο πριν πλησιάσει για την προσγείωση.
landing n(boat: reaching land)κατάπλους ουσ αρσ
 The boat struck the pier during landing.
landing n(area at top of stairs)πλατύσκαλο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος που να αναφέρεται στο άνω μέρος της σκάλας.
 Laura kept a flower pot on the landing.
 Η Λώρα είχε μια γλάστρα με λουλούδια στο πλατύσκαλο.
landing n(for boat: dock)αποβάθρα ουσ θηλ
 The boat was tied up at the landing where Tom left it.
 Η βάρκα ήταν δεμένη στην αποβάθρα όπου την είχε αφήσει ο Τομ.
landing n(act of landing)προσγείωση ουσ θηλ
 (όχι μόνο στη γη)προσεδάφιση ουσ θηλ
 The plane had a rough landing and was damaged.
 Το αεροπλάνο είχε ανώμαλη προσγείωση και έπαθε ζημιές.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
land n(ground)στεριά, ξηρά, γη ουσ θηλ
 Columbus sailed for over two months before seeing land.
 Ο Κολόμβος ταξίδεψε περισσότερο από δυο μήνες πριν δει στεριά.
land n(terrain)έδαφος ουσ ουδ
  γη ουσ θηλ
 The land is flat in many parts of Ohio.
 Το έδαφος σε πολλά σημεία του Οχάιο είναι επίπεδο.
land n(earth, soil)γη ουσ θηλ
  έδαφος, χώμα ουσ ουδ
 The land here is rich and fertile.
 Η γη εδώ είναι εύφορη και γόνιμη.
 Το έδαφος (or: χώμα) εδώ είναι εύφορο και γόνιμο.
land n(real estate) (κτηματομεσιτικά)γη ουσ θηλ
 We have invested in land and bought quite a few hectares.
 Επενδύσαμε σε γη και αγοράσαμε αρκετά στρέμματα.
land ndated, poetic (country)τόπος ουσ αρσ
  μέρος ουσ ουδ
  χώρα ουσ θηλ
 She is from a far-off land.
 Είναι από μια μακρινή χώρα.
land [sth] vtr(aircraft: bring to earth) (αεροπλάνο)προσγειώνω, προσεδαφίζω ρ μ
 (στη θάλασσα)προσθαλασσώνω ρ μ
 The pilot landed the aircraft very smoothly.
 Ο πιλότος προσγείωσε (or: προσεδάφισε) το αεροπλάνο πολύ μαλακά.
land vi(aircraft: come to earth) (αεροπλάνο)προσγειώνομαι, προσεδαφίζομαι ρ αμ
 (στη θάλασσα)προσθαλασσώνομαι ρ αμ
 The aeroplane has landed safely.
 Το αεροπλάνο προσγειώθηκε με ασφάλεια.
land vi(come ashore) (φτάνω σε στεριά)καταφθάνω ρ αμ
 (από πλοίο)αποβιβάζομαι ρ αμ
 What year did the pilgrims land at Plymouth?
 Ποια χρονιά κατέφθασαν (or: αποβιβάστηκαν) οι προσκυνητές στο Πλίμουθ;
land vi(drop onto [sth](πέφτω πάνω σε κάτι)προσγειώνομαι ρ αμ
  πέφτω ρ αμ
 He jumped from the bus and landed on the sidewalk.
 Πήδηξε από το λεωφορείο και προσγειώθηκε (or: έπεσε) στο πεζοδρόμιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
land nfigurative, literary (people of a country) (μτφ: κάτοικοι χώρας)χώρα ουσ θηλ
  λαός ουσ αρσ
 The queen has angered the whole land through her extravagance.
 Η βασίλισσα εξόργισε ολόκληρη τη χώρα με τις υπερβολές της.
land n as adj(relating to land)της γης περίφρ
  του εδάφους περίφρ
 The hectare is a land measurement.
land vi(come to rest)προσγειώνομαι ρ αμ
 The snowflake landed on the car.
 Η νιφάδα προσγειώθηκε στο αμάξι.
land vi(hit, shot, etc.: end up) (μτφ: για χτύπημα)προσγειώνομαι ρ αμ
 The boxer's punch landed on his opponent's jaw.
 Η γροθιά του πυγμάχου προσγειώθηκε στο σαγόνι του αντιπάλου.
land vi(vessel: reach land)φτάνω ρ αμ
 (κατά λέξη)φτάνω στη στεριά περίφρ
 The ship landed in Cuba on December 21st 1832.
land [sth] vtr(unload) (κατεβάζω φορτίο)ξεφορτώνω ρ μ
 The fishermen landed their catch at the docks.
 Οι ψαράδες ξεφόρτωσαν την ψαριά στο λιμάνι.
land [sth] vtrfigurative, informal (win) (μτφ: κερδίζω)πετυχαίνω ρ μ
 His company landed a big contract with the government.
 Η εταιρεία πέτυχε ένα μεγάλο συμβόλαιο με την κυβέρνηση.
land [sth] vtr(fish: capture) (ψάρεμα)πιάνω ρ μ
 We landed five fish in the fishing trip.
 Πιάσαμε πέντε ψάρια στην εκδρομή μας.
land on [sth] vtrfigurative (come up with: a solution)βρίσκω ρ μ
  μου έρχεται, μου 'ρχεται έκφρ
 I have finally landed on a solution to the problem.
 Επιτέλους βρήκα μια λύση για το πρόβλημα.
land on [sb] vtrfigurative, informal (strongly scold)επιπλήττω ρ μ
 (καθομιλουμένη)μαλώνω ρ μ
 My teacher landed on me for not doing my homework.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
land up vi phrasalinformal (end up, finish)καταλήγω ρ αμ
Σχόλιο: Followed by a preposition
 If you continue to arrive late for work, you will land up without a job!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
landing | land
ΑγγλικάΕλληνικά
crash landing n(aircraft: emergency descent)αναγκαστική προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
emergency landing n(aircraft: emergency descent)αναγκαστική προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
flare,
landing flare
n
(aeronautic maneuver)οριζοντίωση ουσ θηλ
  τελική οριζοντίωση για την προσγείωση περίφρ
forced landing n(aircraft: emergency descent)αναγκαστική προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
 The pilot made a forced landing in the Hudson River after the plane hit a flock of geese.
hard landing n(aircraft: descending with heavy impact)ανώμαλη προσγείωση επίθ
 The pilot misjudged his rate of descent and made a hard landing, which buckled the undercarriage.
landing card n(ID card for travelers)κάρτα άφιξης φρ ως ουσ θηλ
  δελτίο άφιξης φρ ως ουσ ουδ
landing craft n(navy: ship that transports troops ashore)αποβατικό σκάφος έκφρ
 Many landing craft were used on the Normandy beaches on D-Day.
landing field n(airfield: where planes take off and land)αεροδρόμιο, χώρος προσγείωσης/απογείωσης έκφρ
 The locals called it "The Airport" but it was really nothing more than a grass landing field.
landing gear n(parts under a plane for landing)εξοπλισμός προσγείωσης φρ ως ουσ αρσ
 The captain must lower the landing gear before bringing the plane down onto the runway.
landing ground n(airfield)χώρος προσγείωσης περίφρ
landing lights npl(aircraft lights used when landing)φώτα προσγείωσης έκφρ
 The pilot switched on the landing lights on the approach to the airport.
landing management n(control of incoming air traffic)διαχείριση προσγειώσεων περίφρ
landing stage n(floating platform)πλατφόρμα αποβίβασης φρ ως ουσ θηλ
landing strip n(runway)διάδρομος προσγείωσης έκφρ
 The pilot was unable to see the landing strip due to thick fog.
lunar landing n(arrival on surface of the moon)προσσελήνωση ουσ θηλ
smooth landing n(aircraft: descending easily to the ground)ομαλή προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
soft landing n(space vehicle)ομαλή προσεδάφιση επίθ + ουσ θηλ
 (μόνο στη γη)ομαλή προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
 The Viking spacecraft executed a soft landing on Mars.
soft landing nfigurative (economic growth) (μεταφορικά)ομαλή προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
 Most economists foresee a soft landing for the economy.
strip,
landing strip
n
(aircraft runway)διάδρομος προσγείωσης φρ ως ουσ αρσ
 Land the plane on the strip.
 Προσγείωσε το αεροπλάνο στο διάδρομο προσγείωσης.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση landing ship medium στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «landing ship medium».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!